βύθιος

βῠθ-ιος, α, ον, also ος, ον Gal.2.634:—
A in the deep, sunken, Luc.DMar.3.1;

κρηπῖδας β. πηξαμένη AP9.791

(Apollonid.); ἐκ β. ἰλύος from the mud of the deep, Hymn.Is.71.
II in or of the sea, τὰ β. (sc. ζῷα) water animals, AP6.182 (Alex. Magn.); β. Κρονίδης Poseidon, Luc.Epigr. 34; τέχνη fishery, Opp.H.3.15.
III metaph., deep,

βύθιόν τι καὶ δεινὸν φθέγγεσθαι Plu.Crass.23

;

β. διάνοια Ph.1.194

(but ἕως ἂν λογισμὸς β. οἴχηται vanishes in the deep, ib.639, cf. Nonn.D.2.55); abysmal, Dam.Pr.106.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βύθιος — in the deep masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύθιος — α, ο (AM βύθιος, α, ον, Α και βύθιος, ον) [βυθός] 1. αυτός που βρίσκεται στον βυθό της θάλασσας 2. εκείνος που ζει στο βάθος της θάλασσας ή προέρχεται από κει (αρχ. μσν.) (το ουδ. ως επίρρ.) απ το βάθος του στήθους, βαθιά («βύθιον οἰμώξας»,… …   Dictionary of Greek

  • βυθίων — βύθιος in the deep fem gen pl βύθιος in the deep masc/neut gen pl βυθάω strike deep pres part act masc nom sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βύθιον — βύθιος in the deep masc acc sg βύθιος in the deep neut nom/voc/acc sg βυθάω strike deep imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) βυθάω strike deep imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθιώτεραι — βύθιος in the deep fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίαις — βύθιος in the deep fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίη — βύθιος in the deep fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίην — βύθιος in the deep fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίης — βύθιος in the deep fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίοιο — βύθιος in the deep masc/neut gen sg (epic) βυθάω strike deep pres opt mp 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βυθίοις — βύθιος in the deep masc/neut dat pl βυθάω strike deep pres opt act 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.